Σύνταξη ανασφάλιστου υπερήλικα από τον ΟΓΑ

Με τον νόμο 1296 / 1982 , είχε προβλεφθεί η χορήγηση σύνταξης σε ανασφάλιστους υπερήλικες ( που έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας τους ) , οι οποίο δεν λάμβαναν από άλλο φορέα σύνταξη και έτσι στερούνταν των βασικών πόρων διαβίωσης , εφόσον αποδείκνυαν ότι το εισόδημά τους υπολειπόταν ενός συγκεκριμένου ανώτατου ορίου.

Το πρόβλημα που προέκυπτε για πολλούς ενδιαφερόμενους είναι ότι με τον μνημονιακό νόμο 4093/2012 αυστηριοποιήθηκαν οι προϋοθέσεις χορήγησης της παραπάνω σύνταξης προνοιακού χαρακτήρα, κυρίως ως προς το ύψος του εισοδήματος του αιτούντος, αφού μεταξύ άλλων σε αυτό συμπεριλαμβανόταν και η τεκμαρτή δαπάνη που υπολογίζεται φορολογικώς για τα εμπράγματα δικαιώματα επί της κατοικίας των αιτούντων.

Ο νόμος 4331/2015 ,με το άρθρο 31, διόρθωσε αυτήν ατυχή πρόβλεψη , τουλάχιστον ως προς τον υπολογισμό δαπάνης για ιδιοκατοικούμενη οικία μέχρι 100 τ.μ. , δαπάνη που δεν συμπεριλαμβάνεται πλέον στον υπολογισμό του ανώτατου εισοδήματος των 4.320 € που θέτει ως όριο ο νόμος για την χορήγηση της παραπάνω σύνταξης.

Συγκεκριμένα το άρθρο 31 του ν. 4331/2015 που περιλαμβάνει την παραπάνω ρύθμιση έχει ως εξής:

  1. Από 1.10.2015 η μηνιαία σύνταξη ανασφάλιστων υπερηλίκων του ν. 1296/1982 (Α` 128), όπως τροποποιήθηκε από τις διατάξεις του άρθρου πρώτου υποπαράγραφος ΙΑ.6. περίπτωση 5 του ν. 4093/2012 (Α` 222), χορηγείται ή επαναχορηγείται σε όσους υποβάλουν αίτηση από την έναρξη ισχύος του παρόντος, εφόσον συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) Εχουν συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας τους. β) Δεν λαμβάνουν σύνταξη από οποιονδήποτε Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ή το Δημόσιο στην Ελλάδα ή το εξωτερικό μεγαλύτερη από το πλήρες ποσό της συνταξιοδοτικής παροχής, λόγω γήρατος, του άρθρου 4 του ν. 4169/1961. Στην περίπτωση εγγάμων ο ή η σύζυγος δεν λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή μεγαλύτερη από το πλήρες ποσό της συνταξιοδοτικής παροχής, λόγω γήρατος, του άρθρου 4 του ν. 4169/1961. Εάν λαμβάνουν σύνταξη μικρότερη από το ποσό αυτό δικαιούνται το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μετά την αφαίρεση του ποσού που λαμβάνουν από το ως άνω ποσό. Κατ’ εξαίρεση για το χρονικό διάστημα από 1.10.2015 έως 30.9.2016 δικαιούνται το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μετά την αφαίρεση του ποσού που λαμβάνουν από το ποσό των 260 ευρώ. Αν το ποσό της διαφοράς είναι μικρότερο από 30 ευρώ δεν καταβάλλεται η παροχή. Σε περίπτωση μεταβολής του ποσού της σύνταξης που λαμβάνουν από άλλο ασφαλιστικό φορέα ή το Δημόσιο, στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, οι δικαιούχοι υποχρεούνται να το δηλώσουν αμέσως στον Οργανισμό, προκειμένου να τροποποιηθεί αναλόγως το ποσό της σύνταξης που λαμβάνουν από τον ΟΓΑ. Για όσους λαμβάνουν σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα του εξωτερικού, η νομισματική ισοτιμία λαμβάνεται υπόψη την 1η εργάσιμη ημέρα του έτους κατά τη χορήγηση, την επαναχορήγηση ή την τροποποίηση του ποσού της παροχής που λαμβάνουν από τον ΟΓΑ λόγω αλλαγής του ποσού της σύνταξης που λαμβάνουν από τον ασφαλιστικό φορέα του εξωτερικού. γ) Δεν δικαιούνται σύνταξη από οποιονδήποτε Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ή το Δημόσιο στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, με εξαίρεση τις συντάξεις που χορηγούνται στους αγωνιστές Εθνικής Αντίστασης, σύμφωνα με το ν. 1813/1988, όπως ισχύει. δ) Διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα τα τελευταία δέκα (10) έτη πριν την υποβολή της αίτησης για συνταξιοδότηση και εξακολουθούν να διαμένουν κατά τη διάρκεια της συνταξιοδότησής τους. ε) Το συνολικό ετήσιο ατομικό φορολογητέο εισόδημά τους, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των 4.320 ευρώ ή, στην περίπτωση εγγάμων, το συνολικό ετήσιο οικογενειακό φορολογητέο εισόδημα, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των 8.640 ευρώ. Στο εισόδημα δεν υπολογίζεται: αα. Το ποσό που αντιστοιχεί στην αντικειμενική δαπάνη από ιδιοκατοικούμενη κύρια κατοικία μέχρι 100 τ.μ.. ββ. Τα προνοιακά επιδόματα ή άλλης μορφής οικονομικές ενισχύσεις που χορηγούνται σε ΑμεΑ. γγ. Το διατροφικό επίδομα που χορηγείται στους πάσχοντες από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου και στους μεταμοσχευμένους. 2. Το ποσό της μηνιαίας παροχής ορίζεται για το χρονικό διάστημα από 1.10.2015 μέχρι 30.9.2016 σε 260 ευρώ. Από 1.10.2016 καταβάλλεται το ισχύον κατά το χρόνο αυτό πλήρες ποσό της συνταξιοδοτικής παροχής, λόγω γήρατος, του άρθρου 4 του ν. 4169/1961, με την επιφύλαξη των οριζομένων ανωτέρω στην περίπτωση β` της παραγράφου 1. 3. Η εισφορά για υγειονομική περίθαλψη δεν μπορεί να είναι μικρότερη από αυτή που αντιστοιχεί στο πλήρες ποσό της σύνταξης του ανασφάλιστου υπερήλικα. 4. Για την επαναχορήγηση των συντάξεων που διακόπηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η υποβολή σχετικής αίτησης και δήλωσης παραίτησης των αιτούντων από τις ασκηθείσες ενδικοφανείς προσφυγές και των ενδίκων μέσων κατά της πράξης διακοπής της σύνταξης. 5. Ποσά συντάξεων που εισπράχθηκαν μέχρι τη διακοπή της παροχής του ανασφάλιστου υπερήλικα, όπως προβλέπονταν από τις διατάξεις της περίπτωσης 5 της υποπαραγράφου ΙΑ.6. της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 δεν αναζητούνται. 6. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων, καθορίζονται τα δικαιολογητικά και άλλες αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος. Εκκρεμείς αιτήσεις που δεν έχουν εξετασθεί, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, εξετάζονται κατά τη διαδικασία του παρόντος.

Advertisements

Η Ενδικοφανής Προσφυγή στις Φορολογικές Διαφορές.

  Η ενδικοφανής προσφυγή που συναντάται σε ένα μεγάλο εύρος διοικητικών διαφορών , ως απαραίτητη διαδικαστική προϋπόθεση την οποία πρέπει να τηρήσει ο διοικούμενος που αμφισβητεί το ορθόν μιας διοικητικής πράξης ή μιας σιωπηρής άρνησης της Διοίκησης , προτού την προσβάλει ενώπιον των αρμόδιων Διοικητικών Δικαστηρίων, δεν προβλεπόταν μέχρι προσφάτως στις φορολογικές διαφορές .  Συνέχεια

Οι αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων που δεν υπόκεινται σε έφεση.Η εφαρμογή του ανεκκλήτου και στις ανακοπές κατά ταμειακής βεβαιώσεως του ΚΕΔΕ

Υπάρχουν αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων που αφορούν υποθέσεις που έχουν ως  αντικείμενο χρηματική διαφορά, οι οποίες κατά τη στάθμιση που έχει κάνει ο Νομοθέτης,  δεν μπορούν να προσβληθούν με έφεση. Οι λεγόμενες ανέκκλητες αποφάσεις των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων ρυθμίζονται στο άρθρο 92  του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας . Συγκεκριμένα , στο άρθρο 92  παρ.2 και 3 Κώδικα Διοικητικής ορίζεται ότι «2.»Δεν υπόκεινται σε έφεση αποφάσεις που αφορούν σε χρηματικές διαφορές, αν το αντικείμενο τους δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. Προκειμένου για απαιτήσεις αμέσως ή εμμέσως ασφαλισμένων κατά των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και για απαιτήσεις για κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το ανωτέρω όριο ορίζεται στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.» Το αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται από το αμφισβητούμενο με την έφεση ποσό. Σε περίπτωση αντικειμενικής σώρευσης ένδικων βοηθημάτων, συνάφειας προσβαλλόμενων πράξεων ή παραλείψεων ή ομοδικίας, το αντικείμενο της διαφοράς κρίνεται χωριστά ως προς κάθε ένδικο βοήθημα, συναφή πράξη ή παράλειψη ή ομόδικο, εκτός αν, στην τελευταία περίπτωση, υπάρχει ενοχή σε ολόκληρο.  3. Ειδικώς, στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές εν γένει διαφορές, όταν από το νόμο προβλέπεται η από μέρους του φορολογουμένου υποβολή δήλωσης πριν από την έκδοση της σχετικής πράξης, ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται, για μεν τη Διοίκηση η διαφορά του κύριου φόρου που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που ορίστηκε με την πράξη και σε αυτόν που καθορίστηκε με την Απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για δε το φορολογούμενο η διαφορά του κύριου φόρου που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που αντιστοιχεί στη δήλωση και σε αυτόν που καθορίστηκε με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για δε το φορολογούμενο η διαφορά του κύριου φόρου που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που αντιστοιχεί στη δήλωση και σε αυτόν που καθορίστηκε με την Απόφαση.»

Συνέχεια

Η διάκριση μεταξύ ΦΟΡΟΥ και ΑΝΤΑΠΟΔΟΤΙΚΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Γενικά ο φόρος αποτελεί μια παροχή του φορολογούμενου προς το Δημόσιο και δεν έχει καμία σύνδεση με αντίστοιχη παροχή του Δημοσίου προς τον επιβαρυνόμενο. Η επιβολή φόρου με άλλα λόγια , έχει ως προορισμό την κάλυψη γενικά των δημοσίων δαπανών εν τω συνόλω και δεν αποσκοπεί στην κάλυψη των αναγκαίων δαπανών για την αντιπροσφορά μιας συγκεκριμένης παροχής ή υπηρεσίας προς τους πολίτες.

Έχουν διατυπωθεί αρκετές θεωρίες που επιχειρούν να δικαιολογήσουν δικαιοπολιτικά την  ύπαρξη υποχρέωσης του πολίτη προς καταβολή φόρου. προς το παρόν όμως ας μείνουμε σε αυτή που έχει κατά κύριο λόγο επικρατήσει σήμερα και γίνεται αποδεκτή, δηλαδή την θεωρία του καθήκοντος ή της θυσίας. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή , η οποία δεν έχει μείνει χωρίς να δεχτεί κριτική, ο φόρος που πληρώνουμε , δεν συνιστά κάποιο αντίτιμο για τις κρατικές παροχές που απολαμβάνουμε ή θα έπρεπε να απολαμβάνουμε , αλλά κατ’ ουσίαν ένα κοινωνικό καθήκον, μια «θυσία» των φορολογούμενων για την κάλυψη των αναγκαίων δαπανών του Κράτους.

Η διάκριση μεταξύ φόρου και ανταποδοτικού τέλους , όταν έχουμε μπροστά μας μια οικονομική επιβάρυνση είναι κρίσιμη επειδή ο χαρακτηρισμός του βάρους με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο έχει σημαντικές έννομες συνέπειες , με κορυφαία όλων την αρχή της νομιμότητας του φόρου , όπως αυτή κατοχυρώνεται συνταγματικώς στο άρ 78 παρ.1 ΣΥΝ . ( για τα παραπάνω, βλ. γενικά Φινοκαλιώτη Κ. , Φορολογικό Δίκαιο , Σακκουλα , 2014 και Φορτσάκη Θ. – Σαββαΐδου Αικ., Φορολογικό Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013)
Συνέχεια