Αστική Ευθύνη από υλικές ενέργειες στον τομέα της Δημόσιας Υγείας της Χριστιάνας Κουκουρίκη

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μια περίληψη της μελέτης της εξωτερικής μας συνεργάτιδαςτης Χριστιάνας Κουκουρίκη  για την  Αστική Ευθύνη από υλικές ενέργειες στον τομέα της Δημόσιας Υγείας .

Στο πλαίσιο της εξωσυμβατικής ευθύνης του Δημοσίου από τη δράση των οργάνων του, η διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ όσον αφορά στο Δημόσιο και η διάταξη του άρθρου 106 ΕισΝΑΚ όσον αφορά στα ΝΠΔΔ είναι σαφής σχετικά με την ευθύνη που παράγεται από πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου, που Συνέχεια

Advertisements

Οι αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων που δεν υπόκεινται σε έφεση.Η εφαρμογή του ανεκκλήτου και στις ανακοπές κατά ταμειακής βεβαιώσεως του ΚΕΔΕ

Υπάρχουν αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων που αφορούν υποθέσεις που έχουν ως  αντικείμενο χρηματική διαφορά, οι οποίες κατά τη στάθμιση που έχει κάνει ο Νομοθέτης,  δεν μπορούν να προσβληθούν με έφεση. Οι λεγόμενες ανέκκλητες αποφάσεις των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων ρυθμίζονται στο άρθρο 92  του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας . Συγκεκριμένα , στο άρθρο 92  παρ.2 και 3 Κώδικα Διοικητικής ορίζεται ότι «2.»Δεν υπόκεινται σε έφεση αποφάσεις που αφορούν σε χρηματικές διαφορές, αν το αντικείμενο τους δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. Προκειμένου για απαιτήσεις αμέσως ή εμμέσως ασφαλισμένων κατά των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και για απαιτήσεις για κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το ανωτέρω όριο ορίζεται στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.» Το αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται από το αμφισβητούμενο με την έφεση ποσό. Σε περίπτωση αντικειμενικής σώρευσης ένδικων βοηθημάτων, συνάφειας προσβαλλόμενων πράξεων ή παραλείψεων ή ομοδικίας, το αντικείμενο της διαφοράς κρίνεται χωριστά ως προς κάθε ένδικο βοήθημα, συναφή πράξη ή παράλειψη ή ομόδικο, εκτός αν, στην τελευταία περίπτωση, υπάρχει ενοχή σε ολόκληρο.  3. Ειδικώς, στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές εν γένει διαφορές, όταν από το νόμο προβλέπεται η από μέρους του φορολογουμένου υποβολή δήλωσης πριν από την έκδοση της σχετικής πράξης, ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται, για μεν τη Διοίκηση η διαφορά του κύριου φόρου που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που ορίστηκε με την πράξη και σε αυτόν που καθορίστηκε με την Απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για δε το φορολογούμενο η διαφορά του κύριου φόρου που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που αντιστοιχεί στη δήλωση και σε αυτόν που καθορίστηκε με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για δε το φορολογούμενο η διαφορά του κύριου φόρου που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που αντιστοιχεί στη δήλωση και σε αυτόν που καθορίστηκε με την Απόφαση.»

Συνέχεια